ἐτησιάς

ἐτησ-ιάς, άδος, poet. fem. of sq., epith. of αὔρη, Nonn.D.12.286.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετησιάς — ἐτησιάς, ἡ (Α) [έτος] ποιητ. τ. τού θηλ. τού επιθ. ετήσιος («ἐτησιὰς αὔρη», Νόνν.) …   Dictionary of Greek

  • ἐτησιάς — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτησίας — ἐτησίᾱς , ἐτησίαι periodic winds masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανανάς — Μονοκοτυλήδονο φυτό της οικογένειας των βρομελιδών, ιθαγενές της τροπικής Νότιας Αμερικής. Είναι μεγάλη πολυετής πόα και έχει πολύ μικρό βλαστό, με θυσανοειδή ρόδακα, από μακριά και σαρκώδη φύλλα, με χείλη οδοντωτά και αγκαθωτά. Από το κέντρο του …   Dictionary of Greek

  • Περού — Κράτος της Νότιας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον Iσημερινό (Eκουαδόρ), και την Kολομβία, στα Α με τη Bραζιλία, και τη Bολιβία και στα Ν με τη Xιλή. Στα Δ, το Περού βρέχεται από τον Eιρηνικό Ωκεανό.To όνομα Περού, που προέρχεται από την… …   Dictionary of Greek

  • Φιλιππίνες — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία των Φιλιππινών Συντομευμένη ονομασία: Φιλιππίνες Εκταση: 300.000 τ.χλμ. Πληθυσμός: 84.525.639 (2002) Πρωτεύουσα: ΜανίλαΚράτος της νοτιοανατολικής Ασίας. Βρίσκεται ανατολικά του Βιετνάμ και βρέχεται από τη νότια Σινική …   Dictionary of Greek

  • Antipater II. — Antipatros II. Etesias (giech. Ἀντίπατρος Ετησίας, lat. Antipater Etesias; † nach 279 v. Chr.) war ein König von Makedonien. Er war ein Sohn des Philippos und Neffe des früheren Königs Kassander. Antipater wurde 279 v. Chr. von den Makedonen als… …   Deutsch Wikipedia

  • Антипатр II Этесий — В Википедии есть статьи о других людях с именем Антипатр. Антипатр II Этесий (греч. Ἀντίπατρος Ετησίας) македонский царь в 279 до н. э. Антипатр был сыном Филиппа, брата Кассандра. После смерти Птолемея II Керавна царём стал Мелеагр Македонский.… …   Википедия

  • POCULUMGemmatum — crebro occurrit apud Veteres. Nempe pocula aurea maxime olim gemmis insigniebantur, hinc Λιθόκολλα et λνθοκόλλητα dicta. Menander. Κρυςοῦν ἐπόριςθς, ἔιθε λιθοκόλλητον ἦν, Καλὸν γὰρ ἧν. Item διάλιθα, Latine Gemmata potula; a quibus Gemmea probe… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • άζωτο — Χημικό στοιχείο με σύμβολο Ν. Ανήκει στην πέμπτη ομάδα του περιοδικού συστήματος και έχει ατομικό αριθμό 7 και ατομικό βάρος 14,008. Οφείλει το όνομά του (α στερητικό + ζωή) στο ότι δεν συντελεί στην αναπνοή και συνεπώς δεν διατηρεί τη ζωή. Το… …   Dictionary of Greek

  • ήπειρος — Εκτεταμένο τμήμα ξηράς. Διακρίνεται από τα νησιά λόγω της μεγαλύτερης έκτασής του, ενώ χωρίζεται με τους ωκεανούς από τις άλλες η. Οι καθαυτό ή., με την ορθή έννοια του όρου, είναι τέσσερις: η ΑρχαίαΕυρασιατοαφρικανική ή., που σχηματίζεται από… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.